Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Στους χορούς των ανέμων

Όταν φυσούσε,
έλυνε τα σχοινιά και ξανοιγόταν στα πέλαγα.
Μα όσο κι αν λιγόστευε τις τραμουντάνες
και τους γρέγους που έβαζε στις βαλίτσες του,
εκείνα που περίσσευαν
κι άφηνε απ'έξω,
ήταν η μπούμα, ο φλόκος και η γκρίζα ζωή του.
Χαράμιζε στιγμιαία ταξίδια στον βωμό
μιας λαχτάρας παράφορης.
Ο πλούτος εφήβων ετών, είχε από καιρό
βυθιστεί αύτανδρος ανάμεσα σε ανερμήνευτους
ίσκιους, μελαγχολικά δωμάτια
και πένθιμες αναμνήσεις.
Αγνοούσε ολότελα τους φραγμούς της άρνησης,
τους κόκκινους σηματοδότες
και τα ήμαρτον.
Όταν φυσούσε,
με συντροφιά του τη σκιά της πρώτης αγάπης,
ανέβαινε τα σκαλοπάτια της όστριας, προσδοκώντας
να οικοδομήσει ερείπια ερωτικών χρόνων.
Τα μεσονύχτια, σύχναζε στα υγρά καπηλειά
ξένων ανέμων
και σταγόνα σταγόνα, έπινε
πλάι σε νυχτωμένες ζωές, τους σκοταδερούς χειμώνες
που τον κυνήγησαν.
Ποτέ δε παραπονέθηκε για τα σβησμένα κεριά
της μοναξιάς του.
Για την καταπίεση που του ασκούσαν τα σούρουπα.
Για την ανάρμοστη συμπεριφορά της απουσίας.
Σπάνια γελούσε.
Μα όταν γέλαγε,τα ηλιοτρόπια της αυγής ζευγάρωναν
με τις μωβ ανθοδέσμες της δύσης.
Όταν φυσούσε,
αναζητούσε τη λύτρωση στους φθινοπωρινούς
αφιλόξενους μόλους.
Ο κόσμος του, ήταν ένα σχισμένο χαμόγελο
στη ραφή μιας φθαρμένης ψευδαίσθησης.
Τα μονοπάτια που περνούσαν τραγούδια,
είχαν από καιρό λιγοστέψει.
Τον έπνιγαν τα σιωπηλά σπίτια, οι τυπικές
συναναστροφές, τα σχολαστικά ωράρια και οι αγέλαστοι
άνθρωποι της στεριάς.
Οι κενές νύχτες, τα πρόχειρα όνειρα και τα άχαρα χρόνια,
τον έστελναν στις αγυρτείες των κακόφημων δρόμων.
Είχε τραφεί με την ασυδοσία των λιμανιών.
Γι'αυτό αγαπούσε τα πρωινά λουλούδια,
τα θολά τζάμια και τις όψιμες κερασιές.
Όταν φυσούσε,
με συνοδεία τη χορωδία των κλαδιών,
έτρεχε στους άπονους κάβους, για ν'αντικρίσει
για μια ακόμη φορά τον τόπο του εγκλήματος.
Η παραφωνία μιας σοροκάδας αδυνατούσε
να σκορπίσει τις πλάνες του.
Πίστευε πως ο κόσμος γύρω του άλλαζε μάταια.
Τον τρόμαζαν οι αγγελίες των έρημων δρόμων.
Κι όταν άκουγε χαρμόσυνα σήμαντρα
και καμπάνες να χτυπούν,
αποκαρδιωμένος έπαιρνε το μονοπάτι του γυρισμού
και πήγαινε εκεί που 'χε βουλιάξει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου