Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Μελαγχολικές αναδρομές


Την πρωτοείδα.
στη μισοσκότεινη σάλα κάποιου Αμερικάνικου
πανδοχείου της ανατολικής ακτής.
Μελαγχολικά δωμάτια, διάδρομοι σκοτεινοί
και σκιές που χειρονομούσαν απόκοσμα,
μ'έστειλαν στο παράθυρο να τραβήξω
τη κουρτίνα.

Έξω ψιχάλιζε ακατάπαυστα.          
Ο δρόμος ήταν γεμάτος λάσπη ανία
και συντριβή.
Πέρα στη στάση του λεωφορείου,
ένας εργάτης σκούπιζε ανόρεχτες ώρες.
Πρωινό Κυριακής που το έπνιγε μια αλέα
γεμάτη σκουριές βρώμα και πλίνθινες μάντρες.
Μικρές στιγμές, αδύναμα συναισθήματα
πεισμωμένα αδιέξοδα κι ανατριχίλα,
έστειλαν τα μάτια μου να πέσουν
επάνω της.

Το βαρύ φως με βοήθησε να δω
τ'αχτένιστα μαλλιά, το φθαρμένο φόρεμα,
το πληγωμένο βλέμμα.
Στα χέρια της κρατούσε ένα ημερολόγιο 
που αδιάφορα ξεφύλλιζε μάταιες ημέρες.
Με κοίταξε με ύφος αγρύπνιας, 
προσπαθώντας αδέξια
να κρύψει την άχρηστη θλίψη της.
Ένα τσιγάρο,
στάθηκε αιτία ν'ακούσω τη φωνή της.
μια φωνή που θύμιζε σπασμένα γυαλιά
καβγάδες και βλαστήμιες.

Θυμάσαι;
Σε είχα αγαπήσει όπως το καθημερινό ρούχο
που δεν έχει καμία απαίτηση
μου είπε.
Που να κρύψω στα χρόνια εκείνα το χάος
όταν μου έλεγες: <<για πάντα>>
Με κοίταξε, σαν να φαντάστηκε 
πως έλειπα απ' την σάλα.
Κείνη την στιγμή τα μάτια της, είχαν το χρώμα
των καιρών.
χαμογέλασε με πικρία και είπε:
Όταν πίνω νερό, ακούω το γέλιο σου.

Την κοίταζα και σκεφτόμουν
πόσο ο ένας έμοιαζε στον άλλον.
Εγώ είχα ξοδέψει μια ζωή κάνοντας
άσκοπα βήματα πάνω σε χειμωνιάτικες
νύχτες,
κι εκείνη αποζητούσε παιδικά απομεσήμερα
σε τοίχους σκοτεινούς.
Εγώ με δύο τσέπες γεμάτες άκυρα εισιτήρια
επιστροφής,
κι εκείνη βουτηγμένη στη συμφορά της βιοπάλης.

Άρχισα τότε να της μιλώ για τις έρημες
μελαγχολικές στάσεις του κόσμου.
Για τις σκιές των πορτρέτων που με κυνήγησαν.
Για τα μεγάλα ταξίδια σε τόπους στενούς
και για τ'ανυπάκουα χρόνια σε μαύρα σπίτια.
Μέχρι που ήρθε η πάχνη της σιγής
και μας σκέπασε.

Το θυμάμαι καλά.
Ήταν ένα πρωινό βροχερής Κυριακής
σ'ένα παλιό Αμερικάνικο πανδοχείο
της ανατολικής ακτής.

Βγήκαμε έξω στη βροχή χέρι με χέρι
και σταθήκαμε στη μέση της δημοσιάς
ο ένας αντίκρυ στον άλλον.
Με φωνή μνήμης μιας άλλης ζωής
της είπα:
Τρόμαξα να σε γνωρίσω αγάπη μου
κι ας μη συναντηθήκαμε ποτέ μας.
Είδα μόνο με τα μάτια της να μου χαρίζει
λίγες ανταύγειες θαμπές.
Κρίναμε σιωπηλά πως ο αποχαιρετισμός
δεν ήταν απαραίτητος.

Εκείνη τράβηξε προς τις άγρυπνες πολιτείες
του Νότου, αναζητώντας ξεχασμένους δρόμους,
κι εγώ, για τόπους που κατρακύλαγαν νερά.
Για γειτονιές που άκουγαν ανέμους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου