Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                   
     Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ


                                      Στις γυναίκες που δεν γνώρισα
                                       Σ'αυτές που μου είπαν όχι
                                        Και σ'αυτές που δε μου άρεσαν.


Εκείνο το βράδυ,
έγδυσα τη ψυχή μου για να σε κρατήσω.
Μπροστά στον κατήφορο της εγκατάλειψης,
έμπηξα τα νύχια μου ματώνοντας τ'ανυποψίαστα
καλοκαίρια που μας χαρίστηκαν.

Μου είπες.
πως είχα πάψει να συγκαταλέγομαι
στις ελλείψεις σου.
Με το βλέμμα στο σκοτεινό φεγγίτη 
έπλεκες αδιάφορη αποχαιρετισμούς.
Ετοιμαζόσουν να με σκοτώσεις σχεδιάζοντας
τη χαριστική βολή.
Κι εγώ,
με το υγρό παράπονο ν' αργοκυλάει 
στο πρόσωπο,
ακροβατούσα ανάμεσα σε χαμογελαστά
ενθύμια,
και μουσικές γεύσεις.

Θυμάσαι;
Σου είχα πει πως ήμουν άστεγος
πριν σε γνωρίσω.
Μου έλειπε ένα κομμάτι κόκκινου ουρανού
κι ένας αχός συμπαντικός
που να μου θυμίζει πως υπάρχω.

Έπινα, μέθαγα στα χάνια, βουτηγμένος 
μέχρι το λαιμό στα φθινόπωρα
αναζητώντας
χρώματα παιδικών χρόνων.
Πάσχιζα να δραπετεύσω από γκρίζα τοπία
και πένθιμα θαμπά πρωινά.
Μέχρι...
Ω, δεν υπάρχει ομορφότερη θύμηση
από τον ερχομό σου!
Με τόσα πράσινα πουλιά πάνω στα χέρια σου!
Με τόση Άνοιξη στο κόκκινο στόμα σου!

Θυμάσαι;
Εκτεθήκαμε σε κοινή θέα.
Εκεί στη μέση του δρόμου.
Εκεί που κόπηκαν οι ανάσες
κι άρχισε ο χορός της γοητείας
με φιγούρες ερωτικές! 
Θυμάσαι;
Αυθόρμητη η συμμετοχή του κόσμου.
Η κυκλοφορία σταμάτησε.
Κι εμείς χορεύαμε. Χορεύαμε ξαναμμένοι
χορεύαμε. Στη καυτή άσφαλτο χορεύαμε.
Μέχρι, που βγήκε καπνός από τα ρούχα μας.
Μέχρι που πήραν τα πόδια μας φωτιά.
Μέχρι που κάηκε ο κόσμος.
Μέχρι που σ'άρπαξα και χαθήκαμε
μπροστά από τα έκπληκτα βλέμματα
του ήλιου
διασχίζοντας πέλαγα, οροσειρές, άσπρα νησιά
ηφαίστεια κι αμπέλια.

Από τότε,
δε ξέρω αν πέρασαν μέρες, χρόνια, αιώνες.
Αν ο γαλαξίας που κέρδισες
με βαρέθηκε.
Δε ξέρω γιατί στο σπίτι μας
δεν άλλαξαν θέση οι σκιές,
δε πέρασαν ποτέ τα περιστέρια.

Πες μου αν θες:
πως μπόρεσες να ζήσεις ανάμεσα σε άγνωστα
πράγματα; 
Γιατί άφησες τους χειμώνες να μπαίνουν
με φόρα στις φλέβες σου;
Για να καταλήξεις στο τέλος να μιλάς 
με σύντομες χειρονομίες
και σκοτεινά νοήματα.

Ξόδεψες τα ωραιότερα χρόνια περιμένοντας
στο κατώφλι
το άγνωστο όνειρο
που δεν ήρθε.
Θυσιάστηκες για μιαν αμφίβολη σταγόνα
ανθρώπινης ευτυχίας
που δυστυχώς αγάπη μου,
δεν έσταξε.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου