Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ζούσε σε μια άγνωστη πόλη χτισμένη 
με τα κρόσσια μιάς μόνιμης καταχνιάς΄
Μιας πόλης σκοτεινών παραθύρων. 
Με δρόμους ποτάμια.
 Χωρίς φανάρια και πινακίδες κατεύθυνσης
που θα οδηγούσε το βούισμα της αθέατης κοσμοσυρροής
στους μαγικούς χορούς, στα πλατώματα ξεχασμένων κήπων.

Το σπίτι του,
ένα κρύο δωμάτιο που τα βαριά φθινόπωρα,
έμπαιναν κι έβγαιναν όποτε ήθελαν.
Δεν υπήρχε χαραμάδα που να μη πέρναγε μπροστά του
ο φόβος, η σιωπή και το μαράζι.
Ένα σκονισμένο τραπέζι,τρεις προδομένες καρέκλες
κι ένα παράθυρο που η θέα του, έβλεπε το εσωτερικό
μιας υπαίθριας κρεβατοκάμαρας που στοίβαζε
μελαγχολικά σούρουπα, πανάκριβα ξέφωτα και όνειρα
παιδικά.

Σε μια γωνία, 
 μια ανταύγεια ξεβαμμένη,
λογομαχούσε με τη σκόνη.
Στην άλλη,
μια οπτασία από μαύρα κουρέλια,
προσευχόταν παραδομένη στη ματαιότητα των θαυμάτων.
Στους τοίχους μια σκιά κόκκινη σαν αίμα,
διακωμωδούσε τα νυχτερινά τριξίματα της πόρτας.
Κι αυτός,
πατώντας πάνω σε ώρες που έγιναν χρόνια,
σημείωνε πάνω στη σκόνη του τραπεζιού,
απόκοσμες διευθύνσεις και ματωμένα ονόματα.

Και το τρένο περνούσε.
Κι έφευγε.
Και σφύριζε διασχίζοντας τα σπλάχνα των μεσονυκτίων 
γεμίζοντας τ'αφτιά του αντίλαλο.
Μάταια προσπαθούσε να βγει απ' το σώμα του
κι ανάλαφρος να τρέξει πίσω από τις δεντροστοιχίες
των ψευδαισθήσεων να προλάβει το τρένο
που τον άφηνε στα βραδινά χωράφια
με δυο αποσκευές στα χέρια γεμάτες ξένες φωνές.
Να επιστρέφει χορτασμένος από ψιθύρους 
κι ανατριχίλα στη σιωπηλή πόλη που έσφυζε από παράθυρα
σκοτεινά.

...Για να καταλήξει πια βαλαντωμένος πάνω στο απόστημα
μιας κρεβατοκάμαρας που δεν ήθελε να σπάσει.
Γέρασε σ'έναν τόπο,
που είχε χάσει τον αέρα του.
Ξόδεψε ένα ολάκερο όνειρο, κυνηγώντας το τρένο 
που δε πρόλαβε ποτέ.
Γιατί ποτέ δε πέρασε έν'αγέρι πάνω από τα φύλλα
των σκούρων χρωμάτων που το θρόισμα τους,
θα του 'λεγε, πως για να κάνει στάση το τρένο στη ζωή του,
θα πρέπει πρώτα εκείνος,
να τοποθετήσει τις γραμμές.





1 σχόλιο: