Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ



Και ξαφνικά...
κάποιος είπε πως έρχεται το τέλος.
Ο Γιακουμής πήγε και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο
κι εμείς οι άλλοι πήγαμε και στριμωχτήκαμε
στην πόρτα.
Ο θόρυβος που πλησίαζε μας έπεισε.
Δεν ήταν ψέμα. Ερχότανε το τέλος.
Είδαμε την γειτόνισσα απέναντι να βγαίνει
τρέχοντας να μαζέψει τα ρούχα από το σχοινάκι.
Ανάμεσα σε κάποιους σιωπηλούς περαστικούς
είδαμε τον Χάρη με χλωμό πρόσωπο
να έρχεται και να πέφτει μες την αγκαλιά μας.
Το παλτό του είχε την μυρωδιά της απόγνωσης.
Έρχεται το τέλος μας είπε με σπασμένη φωνή.
Ο Μίλτος με τα μάτια υγρά γύρισε στο δωμάτιο να βρει τα τσιγάρα του
κι η Μαριγούλα άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της
σε μια δερμάτινη τσάντα σχισμένη από τα πολλά
ταξίδια του πατέρα στις θάλασσες.
Εγώ εξακολουθούσα να στέκομαι στην πόρτα αμίλητος.
Ένιωσα το χέρι της Μαρίνας που έτρεμε ν' αγγίζει το δικό μου.

Η τελευταία χαρά μου, ήταν τότε που με φώναξε να πάμε να μαζέψουμε σταφύλια.
Πού να πήγε άραγε εκείνος ο Σεπτέμβρης που με ανοιχτά
πουκάμισα χαράζαμε πάνω στα στήθια μας πορείες.
Αχ, βρε μάνα.
Όταν μας άφησες κλαίγαμε.
Πού είσαι τώρα να κλάψεις εσύ για μας που συνεχίσαμε να ζούμε.
Κάποιος τότε μας φώναξε και γυρίσαμε και καθίσαμε
γύρω από το τραπέζι.
Δέσαμε τα χέρια μας και δεν ξαναμίλησε κανένας.
Άραγε έπρεπε να ΄ρθει αυτό το τέλος για να σμίξουμε;
Έπρεπε να 'ρθει αυτό το τέλος για να ζεσταθούν μεταξύ τους τα χέρια μας;
Έπρεπε να 'ρθεί αυτό το τέλος για ν' ανοίξουμε τα δώρα μας;

Και τώρα;
Τώρα που ο αέρας μυρίζει βροχή
εμείς περιμένουμε να 'ρθει το τέλος.
Εκείνο που δεν ξέρουμε
είναι τι θα είναι αυτό που θα τελειώσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου